You are currently browsing the monthly archive for Σεπτεμβρίου 2007.

Το σιγοτραγουδάω από εχθές το βράδυ, όταν τριγύριζα στο σπίτι μόνη μου, περιμένοντας να έρθει το αύριο για να επιστρέψει ο καλός μου από το ταξίδι του.

Σας το αφιερώνω και σας εύχομαι ένα υπέροχο Σαββατοκύριακο!  

Είμαι η Μαίρη η Παναγιωταρά μια εργαζόμενη γυναίκα (όχι ακόμα μητέρα)  μια καλή νοικοκυρά (το παλεύουμε) Δεν είμαι τίποτα το σπεσιαλ, το καταπληκτικό είμαι αυτό που λέμε δείγμα τυπικό (με προοπτικές όμως)  Μόλις ξυπνήσω το πρωί πολύ πρωί πριν ξημερώσει δηλαδή καλά-καλά (ναι ναι συμβαίνει και αυτό μερικές φορές) λέω από μέσα μου μουλάρι σήκω ντύσου γιατί εδώ σε περιμένουνε πολλά (βασικά εκείνη την ώρα δεν είμαι σε θέση να σκεφτώ και δε ντύνομαι ακριβώς, πάω να ετοιμάσω πρωινό για τον καλό μου)και τότε τρέχω να ξυπνήσω, να ταΐσω, να ποτίσω και να ντύσω τα παιδιά (είπαμε δεν έχω ακόμα)ενώ παράλληλα ετοιμάζω πρωινό για τον πασά (γιατί έτσι τον έμαθε η μανούλα του βλέπεις, η οποία είχε μια μέρα το θράσος να μου πει ότι με λυπάται με τον κανακάρη της που έμπλεξα) Του το πηγαίνω στο κρεβάτι (ναι ναι λέμε) κι αυτομάτως κατεβάζω τα παιδιά στο σχολικό (τώρα που τα λέμε…. Εγώ πότε θα γίνω μάνα;) Πάω γραμμή για να ψωνίσω κι ο χασάπης μες στη φούρια να μου πιάνει και τον κω… (ε όχι, δεν έχουμε φτάσει μέχρι εκεί… άσε που η χασάπαινα είναι πάντα στο ταμείο) Να ’χω το νου μου κάθε μέρα για πουκάμισο και σώβρακο καινούργιο καθαρό (κι όταν είδα πόσα σώβρακα είχε, είπα παιδί μου τι τα θες όλα αυτά… μπουτίκ μποξερακίων θα ανοίξουμε); κι αλίμονο μου αν το ξεχαστώ και δεν βρει ζεστό νερό(εντάξει μην τα παραλέω, δε φωνάζει….ακόμα)  Να συγυρίζω τα κρεβάτια και το σπίτι να ετοιμάζω φαγητό για τα παιδιά (για τα παιδιά όχι…αλλά καταβάλλω τεράστιες προσπάθειες να μάθω να μαγειρεύω καλά…. Για να βρίσκουν αργότερα τα παιδάκια μου ζεστό και καλομεγειρεμένο φαγάκι)  Κι έχω να φύγω νηστική και σαν τρελή για την δουλειά (ναι ναι, μερικές φορές δεν προλαβαίνω ούτε μολυβάκι στα ματάκια μου τα νυσταγμενοτσακίρικα να βάλω, πού είναι εκείνοι οι καιροί που μου τα είχε όλα στα χέρια μου η μανούλα μου…άτιμη κοινωνία) Ντάπα, ντάπα, ντάπα, ντα, Ντάπα, ντάπα, ντάπα, ντα  (για να πάρω ανάσα)Και μόλις φτάσω αλαφιασμένη στη δουλειά να ’χω να κάνω και καφέ στ’ αφεντικό (γιατί ξέρω και κάνω εκπληκτικό ελληνικό…λες και είναι τέχνη)Να ’χω κι αυτόν που του τη δίνει κάθε τόσο και που θέλει να μου πιάνει και τον κω… (επ! είπαμε όχι έτσι… εκτός κι αν με βάλει στα βαρέα και ανθιυγειινά) Να ’χω το ντριν του τηλεφώνου μες στ’ αφτί μου κι από πάνω τις δικές του  τις φωνές και να με στέλνει έξω να κάνω και του κόσμου τις δουλειές (και καλά όταν φοράς χαμηλά παπούτσια, όταν αποφασίζεις να το παίξεις γυναίκα και βάζεις και καμιά γοβίτσα… άντε να περπατήσεις την Πατησίων και να βιάζεσαι)  Μόλις σχολάσω τρέχω αμέσως να προφτάσω να ετοιμάσω το τραπέζι για φαΐ (με τις τηλεφωνικές οδηγίες όποιας χριστιανής με αντέχει ακόμα) να τηγανίσω, να ετοιμάσω τη σαλάτα, να σερβίρω και να κόψω το ψωμί(είπαμε η πεθερούλα έχει μάθει τον γιόκα της να τα έχει όλα στο πιάτο)να ’μαι ράκος που να σέρνεται στα πόδια του απ’ την πείνα κι από το τρεχαλητό (και από τη δίαιτα) κι αυτοί να βρίζουν πως δεν ήτανε καλό το φαγητό (χα! Ας τολμήσει!!!)Να πλένω πιάτα και πιρουνιά και μαχαίρια και να μου ’ρχεται να κάνω φονικό (και να πεις ότι δεν έχω πλυντήριο πιάτων… αλλά βαριέμαι να περιμένω να γεμίσει) κι αυτός ο κύριος να θέλει να μου πιάνει και τον κω… (αααα όλα κι όλα, εδώ δεν παραπονιόμαστε… πιάσε πιάσε!!!) Ντάπα, ντάπα, ντάπα, ντα, Ντάπα, ντάπα, ντάπα, ντα (μουσικό διάλειμμα για εσάς… εμένα ακόμα μου πιάνει τον κω… )Μόλις ξαπλώσει και φωνάξει ησυχία μην ακούσω μες στο σπίτι τσιμουδιά (ευτυχώς που δεν κοιμάται τα μεσημέρια, ποια μεσημέρια θα μου πεις… απόγευμα τρώμε) Είναι η ώρα που τελειώνω εγώ τα πιάτα και που πρέπει να διαβάσω τα παιδιά (είπαμε δεν έχω…) Είναι η ώρα να διαβάσουν οι διαβόλοι για ν’ αρχίσουμε να τρέχουμε μετάστα ιδιαίτερα του ενός και στου αλλουνού τα γαλλικάκι αφού μου βγάλουνε καλά-καλά την πίστη και γυρίσουμε στο σπίτι τελικάτότε θα φάνε, θα πλυθούνε, θα δαρθούνε και θα παν να κοιμηθούν κανονικά(ευτυχώς αυτές οι ώρες είναι ακόμα κενές… πάω για κανέναν καφέ με την κολλητούλα, με τον καλό μου ή μαθαίνω κανένα γλυκό… για τον πασά, εγώ είπαμε ΔΙΑΙΤΑ) Κι ενώ εγώ θα σιδερώνω και θα πλένω ότι κάνει μια γυναίκα δηλαδή (ΜΗΝ ΞΕΧΑΣΩ: ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΙΔΕΡΩΝΕΙ, ΕΓΩ ΤΟ ΣΙΧΑΙΝΟΜΑΙ) αυτός ο κύριος θα είναι αραγμένος στην ΤV (και να έβλεπε και καμιά χαζοκομεντί, όλο κάτι περιπέτειες βλέπει)  Κι αν γίνω έξαλλη σαν πέσω στο κρεβάτι και τον δω πως είν’ ο νους του στο κακόείναι καθήκον σου, γυρίζει και μου λέει, συζυγικό (αααα όχι είμαι ταπεινή σύζυγος και αφού είναι καθήκον μου, θα το κάνω και ξανά και ξανά)P.S. 1: Το τραγούδι τελειώνει χαρακτηρίζοντας τον εαυτό της ζώο…. εγώ προς το παρόν, όλο αυτό το τρέξιμο το απολαμβάνω… σε λίγα χρόνια τα ξαναλέμε! :) P.S. 2: Όσες βρήκαν στοιχεία του εαυτού τους στα γραφόμενα ας επικοινωνήσουν…να ιδρύσουμε σύλλογο! :P

   

Έτσι…

να πέσω στον ωκεανό της αγκάλης σου και να πλέω όπου με πας

Άνθρωπος  — Άνω Θρώσκω —  Κοιτάω ψηλά

Μάθημα ζωής να μας γίνει!

Κυριακή 10 π.μ.

 Άνοιξε τα μάτια της και αμέσως κοίταξε το ρολόι. Τα έκλεισε δυσαρεστημένη και προσπάθησε να ξανακοιμηθεί. Εις μάτην. Νοστάλγησε τον παλιό καλό καιρό, όταν ακόμη ήταν μαθήτρια και μπορούσε να κοιμάται ανενόχλητη μέχρι το μεσημέρι. Και σήμερα είχε αυτή τη δυνατότητα, αλλά πλέον δεν μπορούσε. «Μαμά, γερνάω μαμά», της ήρθε αυτόματα η Πρωτοψάλτη στο μυαλό και πέταξε ένα γαλλικό ως ανταπάντηση στην αφεντιά της.

Αποφάσισε να σηκωθεί, δίπλα της κοιμόταν ο καλός της και σίγουρα δεν έφταιγε σε τίποτα να τον ξεσηκώσει, άλλωστε εκείνος είχε ανάγκη λίγο παραπάνω ύπνο. Σηκώθηκε ξυπόλητη και μην έχοντας τι άλλο να κάνει, αποφάσισε να κάνει ένα κέικ, έτσι ώστε όταν ξυπνήσει κι εκείνος να πάρουν μαζί το πρωινό τους. Κοντά 3 μήνες τώρα παντρεμένοι, ακόμα δεν έχουν καταφέρει να περάσουν μια Κυριακή έτσι όπως θα την ήθελαν. Σήμερα λοιπόν θα έκαναν ό,τι ήθελαν!!!

Ξέχασε τον εκνευρισμό της και βάλθηκε να κάνει εκείνο το κέικ με κομματάκια σοκολάτας. Παράλληλα άνοιξε και το ραδιοφωνάκι που έχει στην κουζίνα και το πρώτο τραγούδι που άκουσε ήταν το «Όμορφη μέρα» από τα αγαπημένα της Κατσιμιχάκια. Χαμογέλασε ευχαριστημένη… καλός οιωνός, σιγομουρμούρισε.

Έβαλε το κέικ στο φούρνο, και βάλθηκε να περιποιηθεί τον εαυτό της.

Μετά από δύο περίπου ώρες, τον είδε να στέκεται στην πόρτα του σαλονιού με το μποξεράκι του και τα μαλλιά ανακατεμένα, να τεντώνεται και να χασμουριέται. Πήγε κοντά της και χώθηκε στην κουβερτούλα που υπήρχε στον καναπέ. Την τράβηξε κοντά του και ξάπλωσαν εκεί μαζί αγκαλιά χαϊδεύοντας ο ένας τον άλλο απαλά. Και έτσι, ως το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου, έκαναν έρωτα, γλυκά και τρυφερά, αμίλητοι, με ανάσες συγχρονισμένες και λόγια αγάπης που τα έλεγαν οι ματιές τους…

Τι μυρίζει έτσι όμορφα; Τον άκουσε να λέει. Νόμος της φύσης, ο έρωτας περνάει από το στομάχι, πόσο μάλλον όταν η πράξη του έρωτα προηγηθεί από το τελετουργικό του να το γεμίσεις το στομάχι σου. Σηκώθηκαν κι οι δύο, εκείνος άνοιξε τις μπαλκονόπορτες κι εκείνη πήγε να κάνει καφεδάκια και να σερβίρει τη μικρή λιχουδιά της. Κι εκεί στην πρώτη του μπουκιά, με τη σοκολάτα ακόμα στο στόμα, τη φίλησε και της ευχήθηκε Κ α λ η μ έ ρ α!

Πόσο απλό πράγμα είναι τελικά να είναι κανείς ευτυχισμένος!

189296-2.jpg

Τι φτηνοί γινόμαστε οι άνθρωποι. Και βάζω και εμένα μέσα, γιατί υπήρξα κι εγώ στο παρελθόν. Αλλά εσύ το συνεχίζεις και ειλικρινά απορώ γιατί.

Είμαι καλά και τα χω βρει με τον εαυτό μου, τι θες και έρχεσαι με όποιο έμμεσο τρόπο μπορείς;

Mακάρι να είσαι καλά, όπως διατυμπανίζεις, το εύχομαι ειλικρινά, αλλά ξέρεις  κάτι;

Όποιος είναι πραγματικά καλά δεν έχει ανάγκη να παίρνει τη ντουντούκα και να το διαλαλεί στον κόσμο, μπας και το ακούσει και ο ενδιαφερόμενος.

Και ναι το άκουσα, και ναι κάποια πράγματα που άκουσα με ενόχλησαν, σε κάποια χαμογέλασα, σε κάποια νευρίασα, ίσως σε κάποια και να ζήλεψα, αλλά τον σκοπό σου δεν τον πέτυχες. Δεν σχολίασα τίποτα, άκουσα κι έμεινα εκεί. Κατάλαβα και τις σκέψεις σου και τους σκοπούς σου, όμως…. δεν πέτυχες και χαίρομαι γι αυτό.

Θα ξεσπάσω εδώ, με αυτά τα λόγια και τέρμα.

Θα πάω στο σπιτάκι μου και θα κλείσω στο συρτάρι ξανά το μιαρό μου παρελθόν… μακάρι να μην το θεωρούσα μιαρό, αλλά εσύ δε με αφήνεις. Και μιαρό και αρρωστημένο και εντελώς ανούσιο.

Και αν κάποιος με ρωτούσε αν έχω μετανιώσει, θα απαντούσα ναι! Και όλες αυτές τις παπαριές να μη μετανιώνεις γι αυτά που έκανες παρά για εκείνα που δεν έκανες, εγώ τις ακούω βερεσέ.

Μετανιώνω που είπα ψέματα σε δικούς μου ανθρώπους.

Μετανιώνω που ένιωσα τόσο δυνατά συναισθήματα για έναν άνθρωπο, που πήγε να μου κάνει κακό.

Μετανιώνω που έπεσα τόσο χαμηλά και άφησα τον εαυτό μου να παρασυρθεί σε εξευτελιστικούς καβγάδες.

Μετανιώνω που υπήρξαν φορές που κοιτάχτηκα στον καθρέφτη κι ήθελα να τον σπάσω, γιατί το είδωλο που αντικατοπτριζόταν δεν ήμουν εγώ, δεν ήθελα να είμαι εγώ.

Μετανιώνω που χάθηκα από τους φίλους μου, γιατί ντρεπόμουν να τους αντικρίσω.

Όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν κι εκεί θα μείνουν. Θα μάθω να ζω με τις τύψεις μου, με τις ενοχές μου και θα κάνω ό,τι μπορώ για να κάνω τους ανθρώπους που επέλεξα να έχω δίπλα μου ευτυχισμένους, γιατί μόνο έτσι καταφέρνω κι εγώ να είμαι ευτυχισμένη. Να ‘σαι καλά

Χτυπάει το τηλέφωνο. Η Ελληνίδα μάνα το σηκώνει κι ακολουθεί ο εξής διάλογος.
Ελληνίδα Μάνα: Ναι;
Κόρη: Γεια σου Μαμά. Μπορείς να μου κρατήσεις τα παιδιά απόψε;
Ελληνίδα Μάνα: Θα βγεις;
Κόρη: Ναι.
Ελληνίδα Μάνα: Με ποιον;
Κόρη: Μ' ένα φίλο.
Ελληνίδα Μάνα: Ειλικρινά δε μπορώ να καταλάβω γιατί άφησες τον άντρα σου. 
Τόσο καλό παιδί!
Κόρη: Δεν τον άφησα εγώ, ΑΥΤΟΣ με άφησε!
Ελληνίδα Μάνα: Τον άφησες να σ' αφήσει, και τώρα βγαίνεις έξω με τον καθένα.
Κόρη: Δε βγαίνω με τον καθένα. Μπορώ να σου φέρω τα παιδιά;
Ελληνίδα Μάνα: Εγώ δε σ' άφησα ποτέ για να βγω έξω με κανέναν άλλο
παρά με τον πατέρα σου.
Κόρη: Ναι, αλλά έκανες ένα σωρό πράγματα που δεν τα κάνω εγώ.
Ελληνίδα Μάνα: Τώρα τι υπονοείς;
Κόρη: Τίποτα. Θέλω απλά να μου πεις αν μπορείς να κρατήσεις τα παιδιά απόψε.
Ελληνίδα Μάνα: Θα περάσεις τη νύχτα μαζί του; Τι θα πει ο άντρας
σου άμα το μάθει;
Κόρη: Ο ΠΡΩΗΝ άντρας μου εννοείς! Δε νομίζω πως θα τον νοιάξει.
Από τότε που έφυγε από το σπίτι, αμφιβάλλω αν κοιμήθηκε  ποτέ μόνος!
Ελληνίδα Μάνα: Άρα λοιπόν θα κοιμηθείς στο σπίτι αυτουνού του χαμένου;
Κόρη: Δεν είναι χαμένος.
Ελληνίδα Μάνα: Όποιος άντρας βγαίνει με μια χωρισμένη με  παιδιά είναι χαμένος 
και παράσιτο.
Κόρη: Κοίτα, δε θα το συζητήσω. Να τα φέρω τα  παιδιά από κει ή όχι;
Ελληνίδα Μάνα: Άμοιρα παιδάκια μου με τέτοια μάνα!
Κόρη: Τι εννοείς με ΤΕΤΟΙΑ μάνα;;;
Ελληνίδα Μάνα:  Χωρίς σταθερότητα. Εμ, γι' αυτό έφυγε ο άντρας σου.
Κόρη: Μα ακούς τι λες; Είσαι απαράδεκτη! Δε ντρέπεσαι!
Ελληνίδα Μάνα: Μη μου φωνάζεις εμένα! Πάω στοίχημα ότι κι αυτουνού του χαμένου έτσι του φωνάζεις!
Κόρη: Μπα, τώρα ανησυχείς για τον χαμένο;
Ελληνίδα Μάνα: Ααα, βλέπεις που το παραδέχεσαι πως είναι χαμένος;
Το ήξερα εγώ!
Κόρη: Μαμά κλείνω.
Ελληνίδα Μάνα: Κάτσε παιδί μου! Μη κλείνεις! Τι ώρα θα μου φέρεις τα παιδιά;
Κόρη: Ούτε θα σου τα φέρω, ούτε θα βγω έτσι που  μ' έσκασες!
Ελληνίδα Μάνα: Μα βρε παιδάκι μου, άμα δε βγαίνεις ποτέ έξω, πώς
θα γνωρίσεις κανένα καλό παιδί;
 
Και για να το προσωποποιήσουμε ακολουθεί διάλογος με τη λατρεμένη μου μανούλα 
και την αφεντιά μου:
Μανούλα μου: Τι να σας φτιάξω για φαγητό σήμερα αγάπη μου;
Εγώ: Τίποτα μαμά, θα μαγειρέψω οταν γυρίσω εγώ, δεν είπαμε ότι πρέπει σιγά σιγά 
να μάθω να μαγειρεύω κανένα φαί της προκοπής;
Μανούλα μου: Αφού θα αργήσεις να γυρίσεις από τη δουλειά, άσε θα μαγειρέψω σήμερα, 
θα είσαι και κουρασμένη κι από αύριο βλέπουμε.
Εγώ: Όχι μαμά, ό,τι ώρα γυρίσω, θα φτιάξω κάτι εγώ.
...γυρίζω το μεσημέρι και βρίσκω φαγητό στον πάγκο της κουζίνας και της τηλεφωνώ:
Εγώ: Δεν είπαμε να μην μαγειρέψεις; 
Μανούλα μου: Αφού είσαι κουρασμένη βρε χαζό!
Εγώ: Ευχαριστώ βρε μανούλα!
Μανουλίτσα μου: Να δούμε πότε θα αξιωθείς να μάθεις να μαγειρεύεις!!! 
 
 
 

missu.jpg

Πάλεψα με τις σκέψεις μου απόψε, με νίκησαν… με σακάτεψαν…

Ένα ουίσκι με πάγο στο τραπέζι, δυο τσιγάρα, από εκείνα που εγώ δεν καπνίζω, μισοσβησμένα να τσαλαβουτάνε μέσα στις στάχτες τους, μουσική από το cd, που κάπου θα βρίσκεται καταχωνιασμένο και στα δικά σου πράγματα και η νύχτα που αποφάσισε να πνίξει κάθε φως, έτσι για συμπαράσταση ή ίσως επειδή είχε κι αυτή τα σεκλέτια της, ποιος ξέρει;

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, αναζήτησα λίγο χαμόγελο από τις όμορφες στιγμές. Δεν ήταν και λίγες.

Ταξίδεψα στα Γιάννενα κι έπαιξα με τις φλόγες που έπαιζαν στο τζάκι και ζωγράφιζαν αυλακιές από ιδρώτα κι απελπισμένη αγάπη στα κορμιά μας, σιγοψιθυρίζοντας ερωτικά καλέσματα…

Έπαιξα με τον σκύλο που έχωνε τη μουσούδα του, ανάμεσα στα χέρια μου για να παίξει εκείνος τη ζαριά μου στο τάβλι…

Περπάτησα στη λίμνη νιώθοντας την παλάμη σου στη δική μου να με καίει…

Ένοιωσα τα χάδια σου στα μαλλιά μου να με νανουρίζουν, ακούγοντας  λόγια αιώνιας αγάπης…

Χαμογέλασα στη θύμηση του προσώπου σου κλεισμένο στις παλάμες μου, να σε κοιτάω και να χάνομαι στην απέραντη θάλασσα των ματιών σου…

μέχρι που ναυάγησα

σε καβγάδες απίστευτους και κλάματα

σε εκατέρωθεν βρισιές του αισχίστου είδους

σε απειλές, που από την πλευρά μου δε θα γίνονταν ποτέ πράξη, ενώ αντίθετα τις δικές σου τις πραγματοποίησες και με το παραπάνω

πώς γινόμαστε έτσι οι άνθρωποι Θεέ μου, αγγελικά πλασμένοι, αρκεί να μη μας πάρουν αυτό που θεωρούμε κτήμα μας, τότε μεταμορφωνόμαστε σε θηρία που τρώμε μέχρι και τις σάρκες μας… 

Το ποτήρι άδειασε, οι στάχτες αντάμωσαν τα συντρίμμια μου και σκόρπισαν στο πάτωμα, το cd εξακολουθεί να με τσακίζει μιλώντας για μεγάλες αγάπες κι η νύχτα το έβαλε στα πόδια δίνοντας τη θέση της στο φως… εκεί δεν έχεις θέση, την ώρα που ο ήλιος μας κλείνει όλους στην αγκάλη του, εσύ κουρνιάζεις στο σκοτάδι, μακριά μου…  

κι εκεί να μείνεις

P.S. Τι παράξενα παιχνίδια παίζει το μυαλό μας τελικά! Εκεί που όλα είναι μια χαρά,  έρχεται από το πουθενά μια στιγμή και σου ανατρέπει τα πάντα, για λίγο μεν, αλλά το κακό το έχει κάνει… και φτου κι απ’ την αρχή!

Τα γούστα μας στη μουσική με τον καλό μου διαφέρουν εντελώς και τελείως. Εγώ θέλω Μάλαμα, εκείνος Καρρά, εγώ Παπακωνσταντίνου, εκείνος Γονίδη, αλλά κατά τ’ άλλα είναι παιδί διαμάντι!!! 

Εχθές, είχε βγει για έναν καφέ κι εγώ είχα βάλει τη συναυλία από τον Λυκαβηττό με τον Αλκίνοο, τη Χαρούλα και τον Μάλαμα, ενώ έκανα δουλειές. Μπήκε στο σπίτι, χωρίς να τον ακούσω την ώρα που ακουγόταν η “Νεράιδα“. Τον είδα ξαφνικά μπροστά μου, στο δεύτερο ρεφρέν να ακούει το τραγούδι μαγεμένος…

Δεν είναι ο τύπος του ρομαντικού και με ξάφνιασε, ευχάριστα βέβαια.

Σήμερα με πήρε τηλέφωνο από τη δουλειά του και μου είπε ότι πλέον, κάθε φορά που του τηλεφωνώ, ακούγεται αυτό το τραγούδι στο κινητό του…

Εγώ πατώ στον ουρανό

Βαδίζω στον ωκεανό

Πάνω στο κύμα περπατώ

εσένα σαν κοιτώ

 Είσαι νεράιδα της αυγής

η πιο όμορφη όλης της γης

μ’ ένα χαμόγελο μπορείς

τα θαύματα να πεις

  Εγώ φουντώνω στο χιονιά

βγάζω φωτιές στην παγωνιά

Άνοιξη έχει η καρδιά

εσένα σαν κοιτά  

Είσαι νεράιδα της αυγής

η πιο όμορφη όλης της γης

μ’ ένα χαμόγελο μπορείς

τα θαύματα να πεις

 πολύ γλυκό θα μου πείτε μερικοί, αλλά ξέρετε τι είναι να βιάζεσαι να απαντήσει κι εκείνος να κάθεται να ακούσει το τραγούδι πρώτα;  

  Καλό Σαββατοκύριακο σε όλους και να ψηφίσετε όλοι με τη θύμησή σας στις φωτιές!

…Αφημένο στο τραπέζι του σαλονιού ένα κουτί καραμέλες halls.

Ο πιτσιρίκος, όντας ευγενικός από τώρα, δεν άπλωσε το χεράκι του, αλλά ρώτησε τη μαμά του:

- Μαμά, μπορώ να πάρω μία καραμέλα;

- Όχι αγάπη μου, γιατί καίνε.

Γύρισε και συνέχισε το παιχνίδι του με τα πολύχρωμα τουβλάκια του. Μετά από δέκα λεπτά κι αφού είχε χτίσει τον Πύργο της Πίζας, σε δική του έκδοση πάντα, γύρισε πάλι στη μανούλα του:

- Μαμά, να πάρω τώρα, κρύωσαν;