το απολιθωμένο μου χωριό

sp_a0049.jpg

Φωτιά!!! 

Οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπάνε μανιασμένες…

Φωτιά!!!

Τα πιτσιρίκια τρέχουν με τα ματάκια τους να στάζουν απορία και τρόμο…

Φωτιά!!!

Δε βλέπω τίποτα… Νερό, δεν έχουμε νερό, πώς θα σώσουμε το σπίτι;

Φωτιά!!!

Δεν μπορώ ν’ αναπνεύσω

Βάλε ένα βρεγμένο πανί στο πρόσωπό σου…

Φωτιά!!!

Θεέ μου, βοήθησέ μας

Φωτιά!!!

Παναγία μου, μη μας εγκαταλείψεις 

Αποκαΐδια… στάχτες … καμένη γη… κόκκινα μάτια… μαύρη γη…Μαύρα όλα… Μαύρα… 

Δεξιά, προς τα εκεί που κοιτάς τώρα, κάποτε υπήρχε δάσος, έπαιζα τα καλοκαίρια κι έγδερνα μονίμως τα γόνατά μου.

Αριστερά, κοίτα κι εκεί! Κάποτε ήταν γεμάτο αμυγδαλιές… κρυβόμουν, όταν με κυνηγούσε ο παππούς για να κοιμηθώ τα μεσημέρια. 

Και μπροστά σου…Μην κοιτάξεις εκεί! Δεν αντέχω να βλέπω!Πώς θα βλέπω πια τον ήλιο να δύει; Μια χρυσοκόκκινη σφαίρα πώς θα κουρνιάζει πια σε μαύρη αγκαλιά;

 Φωτιά!!! … πέρασε φωτιά κι από εδώ…

τα σκοτεινά της ψυχής μου Ι

Κανονικά θα έπρεπε να μη σε σκέφτομαι ε; Μετά από όλα όσα έγιναν μάλλον. Αλλά ξέρεις; Μερικές φορές η καρδούλα μου (ναι, αυτή που θεωρείς ότι δεν έχω) κάνει τα δικά της, δεν ακούει τη λογική μου (ναι, εκείνη που μισείς θανάσιμα) κι έρχεται και μου τα παρασύρει όλα… στο διάολο με στέλνει…

Εδώ όμως μπορώ να σου γράφω, χωρίς να σε βρίζω για να σε τσακίζω και να τσακίζομαι κι εγώ… Δε με βλέπεις κι έτσι δεν κρύβομαι…

Πώς είναι το πόδι σου; Πονάς ακόμα; Θέλω να πιστεύω πως έχει τελειώσει οριστικά αυτό το θέμα.. Ότι δεν ήταν κάτι το σοβαρό.

Στη Μυτιλήνη που πήγα στις αρχές του μήνα, άναψα ένα κεράκι στον Άγιο Ραφαήλ , δίπλα από εκείνο που άφησα για εμένα και προσευχήθηκα, με όλη τη δύναμη της ψυχής μου να είσαι καλά… κι ας με μισείς.

Έγραψα και το όνομά σου σε ένα χαρτάκι ΥΠΕΡ ΥΓΕΙΑΣ, κι αυτό δίπλα στο δικό μου… κι ας μη θες να με ακούσεις και να με δεις ποτέ ξανά στη ζωή σου.

Άφησα και μια ευχή, έτσι για να υπάρχει, σ’ ένα αστέρι που έσβηνε στην άκρη του ουρανού μου…   

Να έβλεπες λέει κι εσύ το ίδιο αστέρι

και να συναντούσε η ευχή μου τη δική σου… joy_by_arathrim.jpg

 

απλά και ταπεινά

heaven_ablaze_in_our_eyes_by_boundfear.jpg

Κάποιος με ρώτησε ποια ήταν η καλύτερη στιγμή μου αυτές τις διακοπές.

Δεν το σκέφτηκα καθόλου, ήταν το προτελευταίο μας βράδυ στο νησί, σε ένα beach party, όπου ο άντρας μου γύρισε και με ζωγραφισμένο ένα υπέροχο χαμόγελο στο πρόσωπό του, ταξίδεψε γι αρκετά λεπτά στα μάτια μου…

δε χρειάστηκε να μιλήσει κανείς, άλλωστε μερικές φορές τα λόγια δεν μπορούν να μεταφέρουν τα συναισθήματα της ψυχής μας…

τότε ήταν που σκέφτηκα ότι αυτόν τον άντρα τον αγάπησα

γι αυτό που πραγματικά είναι …

κι όχι γι αυτό που θα ήθελα να είναι…

Δεν του είπα σ’ αγαπώ, θέλω να βγει από μέσα μου, απλά και ταπεινά…

όπως παλιά,

όπως μου το είπε η ματιά του εκείνο το βράδυ…

Το ταξίδι που λέγαμε

b120150.jpgΔιάβασα αρκετά βιβλία αυτό το καλοκαίρι (και συνεχίζω), ξεχώρισα όμως αυτό της Αλκυόνης Παπαδάκη… το ρούφηξα και σε κάποια του σημεία με ρούφηξε:

 “Σ’ όλη  μου τη ζωή υποτίθεται ότι έψαχνα για ασφάλεια. Κάπου ν’ ακουμπήσω. Κάπου να νοιώσω προστασία. Ψεύδος! Ψεύδος πλανερό. Η αλήθεια είναι πως με παρέσερνε ένα άγριο κύμα. Μια μανία αυτοκαταστροφής. Ακόμα κι αυτή η ψευδεπίγραφη ανάγκη της ασφάλειας παγίδα ήταν για αυτοκαταστροφή. Για συντριβή. Ήθελα να οδηγήσω την ψυχή μου στο λαγούμι της ασφάλειας για να την ξεκοκαλίσω με την ησυχία μου. Αυτό ήταν.Καλέ τι να τα κάνω εγώ τα λουκέτα, τους σύρτες και τις κλειδαριές; Αν δε διέκρινα στο βάθος του ορίζον τα ένα λυσσασμένο σκύλο να έρχεται ερμητικά καταπάνω μου, με σκοπό να με ξεσκίσει, δεν μπορούσα να ανάψω ηδονικά το τσιγαράκι μου και να θαυμάσω το ηλιοβασίλεμα.”

Κι όσες φορές ξεχνιόμουν κι άναβα δεύτερο τσιγάρο, ερχόσουν εσύ να συνεχίσεις το ξέσκισμα της κουρελιασμένης μου ψυχής… έτσι για να μην συνηθίζω την ηρεμία…  

«Την έφαγα τη σουγιαδιά, αλλά μυαλό δεν έβαλα. Ποτέ δεν πέρασα από κόσκινο τις φιλίες μου. «Περάστε κόσμε!» Μια ζωή.»

Και ξέρω ότι θα το ξανακάνω… κι ας την πάτησα… και θα την ξαναπατήσω…  

«Όταν τα κάνω θάλασσα, δε θέλω να μου χώνουν το κεφάλι μέσα να πνιγώ. Ούτε να μου πιάνουν το λαιμό για να με σώσουν.Να μου δείχνουν μόνο πέρα… στην άκρη του ορίζοντα, τα θαλασσοπούλια.»

Κι αν τύχει εκείνη την ώρα να φιλιέται ο ήλιος με την πλανεύτρα θάλασσα, απλά αφήστε με εκεί…  

«Είναι Άνοιξη! Απόβραδο.Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να  κουβαλήσει τόση ομορφιά.Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι.Φουσκώνουν οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν οι σπόροι μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει αρκετό νερό να ποτιστούν. Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δε θα είχαν φωλιές για να κρυφτούν. Όταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το ‘κανα. Λυπήθηκα τ’ αδέσποτα που διψούσαν.Τώρα… τώρα πώς να φυτρώσουν οι βολβοί; Πώς να ποτιστούν τα όνειρα;Παρ’ όλα αυτά, δε λέω πως δε βρίσκω κάποιες λύσεις. Πάντα υπάρχει ένα ξεχασμένο, άδειο κονσερβοκούτι στην ψυχή μου. Μου φτάνει για να φυτέψω ένα λουλούδι, εποχιακό»

…όπως εκείνες οι στιγμές που ζήσαμε, θυμάσαι; Σαν ένα λουλούδι όμορφο, σαν εκείνα τα λίλιουμ στο βάζο, λευκά και πανέμορφα!  Πού να θυμάσαι… η δική σου η αγάπη κράτησε τόσο όσο να βρεις μία άλλη αγάπη… κι ας έφυγα πρώτη. Δε σε κατηγορώ… απλά εντυπωσιάστηκα… πόσο εύκολα τελικά αγαπάνε και ξε-αγαπάνε κάποιοι άνθρωποι! 

«Εγώ ό,τι νιώθω, ό,τι σκέφτομαι, ό,τι συναντώ, το ζουλάω άθελά μου, το γρατζουνάω, το σφίγγω περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει. Καμιά φορά και χωρίς να το επιθυμώ, το εγκαταλείπω ή το πετάω.Ακόμα κι αν είναι το καλύτερο.Ακόμα κι αν το αγαπάω».

Ακόμα κι ας μην άξιζε να το αγαπήσω… ή ακόμα κι ας μην άξιζα εγώ να αγαπηθώ…

Μπακ του ριάλιτι

 

le_petra02.jpg

Οι ρακέτες είναι πεταμένες στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου…

Το τάβλι κάπου μέσα στο αμάξι βρίσκεται κι αυτό έχοντας, εκτός από τα πούλια του κι ένα σωρό άμμο…

Γύρισα από τις διακοπές, αλλά αρνούμαι πεισματικά να καθαρίσω το αμάξι,

δε θέλω να βάλω στη βιβλιοθήκη τα 4 βιβλία που τελείωσα μέσα σε τρεις εβδομάδες, δεν υπάρχει περίπτωση να πω «καλό χειμώνα» σε κανέναν από τώρα…

Α Ρ Ν Ο Υ Μ Α Ι!!!

Παρ’ όλα αυτά γύρισα…

Μπαταρίες δε θα έλεγα ότι γέμισα, αφού δεν ξεκουράστηκα.

Ήταν όμορφα όμως… γεμάτα!!!

Από χαμόγελα, από ποτά, από εικόνες, από θάλασσα, από φαΐ, από αγάπη…

Πού και πού ενοχλητικές σκέψεις  έμπαιναν λαθραία στο μυαλό μου, σαν τη σφήγκα που μπαίνει στο δωμάτιό σου την ώρα που θες να χαλαρώσεις.Σου αποσπά την προσοχή, αλλά ανοίγεις λίγο παραπάνω την κουρτίνα σου κι αφού κάνει δυο τρεις γύρους στο δωμάτιο, φεύγει… στα ξαφνικά… έτσι όπως ήρθε…