Το ταξίδι που λέγαμε

b120150.jpgΔιάβασα αρκετά βιβλία αυτό το καλοκαίρι (και συνεχίζω), ξεχώρισα όμως αυτό της Αλκυόνης Παπαδάκη… το ρούφηξα και σε κάποια του σημεία με ρούφηξε:

 “Σ’ όλη  μου τη ζωή υποτίθεται ότι έψαχνα για ασφάλεια. Κάπου ν’ ακουμπήσω. Κάπου να νοιώσω προστασία. Ψεύδος! Ψεύδος πλανερό. Η αλήθεια είναι πως με παρέσερνε ένα άγριο κύμα. Μια μανία αυτοκαταστροφής. Ακόμα κι αυτή η ψευδεπίγραφη ανάγκη της ασφάλειας παγίδα ήταν για αυτοκαταστροφή. Για συντριβή. Ήθελα να οδηγήσω την ψυχή μου στο λαγούμι της ασφάλειας για να την ξεκοκαλίσω με την ησυχία μου. Αυτό ήταν.Καλέ τι να τα κάνω εγώ τα λουκέτα, τους σύρτες και τις κλειδαριές; Αν δε διέκρινα στο βάθος του ορίζον τα ένα λυσσασμένο σκύλο να έρχεται ερμητικά καταπάνω μου, με σκοπό να με ξεσκίσει, δεν μπορούσα να ανάψω ηδονικά το τσιγαράκι μου και να θαυμάσω το ηλιοβασίλεμα.”

Κι όσες φορές ξεχνιόμουν κι άναβα δεύτερο τσιγάρο, ερχόσουν εσύ να συνεχίσεις το ξέσκισμα της κουρελιασμένης μου ψυχής… έτσι για να μην συνηθίζω την ηρεμία…  

«Την έφαγα τη σουγιαδιά, αλλά μυαλό δεν έβαλα. Ποτέ δεν πέρασα από κόσκινο τις φιλίες μου. «Περάστε κόσμε!» Μια ζωή.»

Και ξέρω ότι θα το ξανακάνω… κι ας την πάτησα… και θα την ξαναπατήσω…  

«Όταν τα κάνω θάλασσα, δε θέλω να μου χώνουν το κεφάλι μέσα να πνιγώ. Ούτε να μου πιάνουν το λαιμό για να με σώσουν.Να μου δείχνουν μόνο πέρα… στην άκρη του ορίζοντα, τα θαλασσοπούλια.»

Κι αν τύχει εκείνη την ώρα να φιλιέται ο ήλιος με την πλανεύτρα θάλασσα, απλά αφήστε με εκεί…  

«Είναι Άνοιξη! Απόβραδο.Με πνίγει η άνοιξη. Μου κόβει την ανάσα. Δεν αντέχει πια η ψυχή μου να  κουβαλήσει τόση ομορφιά.Σαν να φορτώσεις στη ράχη μιας κάμπιας ένα κόκκινο ρόδι.Φουσκώνουν οι φλέβες μου, πονάει το αίμα μου, παλεύουν να βλαστήσουν οι σπόροι μέσα μου και δεν υπάρχει χώμα για να ριζώσουν. Δεν υπάρχει αρκετό νερό να ποτιστούν. Όταν έπρεπε να κόψω όλους τους άγριους θάμνους να ελευθερωθεί το τοπίο, δεν το κανα. Λυπήθηκα τα φίδια, που δε θα είχαν φωλιές για να κρυφτούν. Όταν έπρεπε να φυλάξω λίγο νερό, για ώρα ανάγκης, δεν το ‘κανα. Λυπήθηκα τ’ αδέσποτα που διψούσαν.Τώρα… τώρα πώς να φυτρώσουν οι βολβοί; Πώς να ποτιστούν τα όνειρα;Παρ’ όλα αυτά, δε λέω πως δε βρίσκω κάποιες λύσεις. Πάντα υπάρχει ένα ξεχασμένο, άδειο κονσερβοκούτι στην ψυχή μου. Μου φτάνει για να φυτέψω ένα λουλούδι, εποχιακό»

…όπως εκείνες οι στιγμές που ζήσαμε, θυμάσαι; Σαν ένα λουλούδι όμορφο, σαν εκείνα τα λίλιουμ στο βάζο, λευκά και πανέμορφα!  Πού να θυμάσαι… η δική σου η αγάπη κράτησε τόσο όσο να βρεις μία άλλη αγάπη… κι ας έφυγα πρώτη. Δε σε κατηγορώ… απλά εντυπωσιάστηκα… πόσο εύκολα τελικά αγαπάνε και ξε-αγαπάνε κάποιοι άνθρωποι! 

«Εγώ ό,τι νιώθω, ό,τι σκέφτομαι, ό,τι συναντώ, το ζουλάω άθελά μου, το γρατζουνάω, το σφίγγω περισσότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, περισσότερο απ’ ό,τι πρέπει. Καμιά φορά και χωρίς να το επιθυμώ, το εγκαταλείπω ή το πετάω.Ακόμα κι αν είναι το καλύτερο.Ακόμα κι αν το αγαπάω».

Ακόμα κι ας μην άξιζε να το αγαπήσω… ή ακόμα κι ας μην άξιζα εγώ να αγαπηθώ…

Advertisements

6 thoughts on “Το ταξίδι που λέγαμε

  1. Έχω διαβάσει σχεδόν όλα της τα βιβλία και θεωρώ ότι είναι από τα καλύτερά της.
    Ίσως να φταίει και η δική μου ψυχολογική κατάσταση… δεν ξέρω.
    Χαίρομαι που σε βλέπω! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s