Τραγουδιάρικες στιγμές…

music_note.jpg

Τρέχω και δε φτάνω τις τελευταίες μέρες, αλλά όταν λέμε τρέχω, εννοούμε ότι έχω βάλει τα αθλητικά μου και κάνω σπριντ καλύτερο από του Κεντέρη… ακόμα και ντοπαρισμένου.

Στη δουλειά οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν (τα χρήματα όχι ακόμα), στο σπίτι τα ασιδέρωτα κοντεύουν να τρυπήσουν το ταβάνι (ευτυχώς που υπάρχει η μανούλα να φτιάχνει κανένα φαγητό) και μέσα σε όλα έβαλα σήμερα στο γραφείο ένα cd που είχα φτιάξει κάπου κάποτε, με ελληνικές επιλογές και ξαφνικά ο χρόνος μου σταμάτησε.

Άφησα κάτω το στυλό, παραμέρισα τα χαρτιά, κοίταξα έξω που μόλις πριν λίγο σταμάτησε να βρέχει κι άρχισα να σιγοτραγουδάω:
…Μου ταξες ταξίδι να με πας, όσο μακρυά ο κόσμος φτάνει. Πού αλλού καρδιά μου να με πας; Πήγα στον παράδεισο και φτάνει….

(Ένα τζάκι αναμμένο σ’ ένα από τα ξύλινα σπίτια του δασικού χωριού των Δολιανών πριν από δύο χρόνια, στα ποτήρια μας κρασί, καθισμένοι κι οι δύο στη χοντρή φλοκάτη αγκαλιά, έξω να χιονίζει κι εγώ με μάγουλα αναψοκοκκισμένα να παρακαλάω να μην ξημερώσει…)

…Έλα και κόψε με στα δυο, με μια ματιά μαχαίρι ματωμένο. Δύο φορές να σ’ αγαπώ και δυο ζωές για να σε περιμένω…

(Σε μια συναυλία καλοκαιρινή του Κότσιρα, από τις λίγες που με ακολουθεί και την αγριοφωνάρα του να μου το τραγουδάει κοιτώντας με στα μάτια…)

…Κι όλο εσένα θέλω μόνο, για κανέναν δε σηκώνω τώρα πια το ακούστικο. Μόνο εσένα κι είμαι εντάξει, το ταβάνι έχει πετάξει δυο φωτιές στον ουρανό…

(Μια νύχτα, νομίζω στον πρώτο μας καβγά… που ως γυναίκα είχα δραματοποιήσει τα πράγματα κι έλεγα πως πάει, τελειώσαμε… κι εκείνος μετά από λίγο μου τηλεφώνησε σα να μη συμβαίνει τίποτα και γελούσε ακούγοντας τους παραπάνω στίχους…) 

…Δυο μέρες μόνο, όσο μια βόλτα διαρκεί, για τόσο μόνο
όλη μου η ζωή αυτή η στιγμή, δυο μέρες μόνο…

(Το μεγαλύτερό μου λάθος, δυο μέρες που αν μπορούσα να γυρίσω το χρόνο πίσω θα τις έσβηνα… δεν άξιζαν κι ας αισθανόμουν όσα αισθανόμουν, αν γυρνούσα πίσω τις μέρες, σε κείνον τον Μάρτη δε θα έμπαινα σ’ εκείνο το αεροπλάνο…)

Εικόνες από τη ζωή μου σήμερα, αναμνήσεις παλιές, άσχημες και όμορφες, πρόσωπα να περνάνε από μπροστά μου σα να παρακολουθώ σινεμά και η φωνή μου να συνοδεύει βραχνά τους τραγουδιστές, που είπαν απόψε να με παρασύρουν σε στιχάκια που ματώνουν και σε πολλά που φέρνουν χαμόγελα…

…Όσες κι αν χτίζουν φυλακές κι αν ο κλοιός στενεύει
ο νους μας είν’ αληταριό που όλο θα δραπετεύει…

Advertisements

Ένα Καράβι Φεύγει…

Ένα μεγάλο τετρακάταρτο καράβι
αφήνει αγάλια το λιμάνι -προς το βράδυ.
Η νηνεμία των νερών, καθώς τη σχίζει,
μ’ αντιφεγγίσματα λευκών πανιών γεμίζει.

Είν’ ένα ξενικό καράβι, στα πλευρά του
με κόπο συλλαβίζει ο κόσμος τ’ όνομά του.
Από ποια μακρινά έχει έρθει μέρη
και το που πάει, κανένας δε το ξέρει.

Ούτ’ έν’ άσπρο μαντίλι δε το χαιρετά,
τώρα που απ’ τ’ ακρολίμανο σιγά περνά.
Μόν’ οι γυναίκες το κοιτάν απ’ τα μπαλκόνια,
σα ν’ απολησμονήθηκαν εκεί από τα χρόνια.

Και τώρα που στο πέλαγο αρμενίζει
κι ο δειλινός ο ήλιος το φωτίζει,
-λάμπουν από χρυσάφι τα κατάρτια,
πορφύρες κυματίζουνε στα ξάρτια-,

οι άνθρωποι που κοιτάν στη παραλία
νιώθουν πιο άδεια, πιο στενή τη πολιτεία
και πιο γυμνή ο καθένας τη ζωή του.
Σα κάτι να τους έφυγε μαζί του…

Κώστας Ουράνης

Καλό σου ταξίδι Βασίλη… με ήρεμες θάλασσες, γαλήνιες

white_rose.jpg

Ανακατατάξεις

clowd.jpg

Νέα εβδομάδα, με πεσμένη διάθεση, εξαιτίας του θείου που ακόμα παιδεύεται και υποφέρει στο νοσοκομείο… είναι πλέον θέμα ωρών…

Είχα όμως κι ένα καλό. Άλλαξα όροφο και γραφείο και με χαροποιεί πολύ. Ανεβήκαμε σκαλοπατάκια και βλέπουμε ουρανό!!!
Από την ώρα που κάθησα, έχω δει σχεδόν όλους τους χρωματισμούς που μπορεί να πάρει ένα σύννεφο. Από πορτοκαλί, όταν από πίσω του ο παιχνιδιάρης ήλιος κρύβεται, αλλά μας στέλνει την ζεστασιά του. Μέχρι σχεδόν μαύρα, όταν ο ήλιος φοβάται να εμφανιστεί, γιατί έχει βγει χαμένος στη μάχη της κυριαρχίας του ουρανού.
Χωρίς σύννεφα δεν είδα ακόμα … αλλά δε βιάζομαι καθόλου!!!
 

Η αλλαγή βέβαια σημαίνει και περισσότερες επαγγελματικές υποχρεώσεις, άρα και λιγότερος ελεύθερος χρόνος (τουλάχιστον μέχρι να προσαρμοστώ).
Θα προσπαθώ όμως καθημερινά, έστω και φευγαλέα να έρχομαι στο σπιτάκι μου.
Γιατί αυτό συννεφιάζει όταν είμαι εγώ στα χάλια μου κι είναι υπέρλαμπρο και φιλόξενο, όταν είμαι στα κεφάκια μου.

Καλησπέρα μας και καλή μας εβδομάδα

Κάθε 17 Νοέμβρη…

getimage.jpgΚάθε χρόνο, από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, την ημέρα της επετείου του Πολυτεχνείου, πηγαίνω για να αφήσω ένα γαρίφαλο. Σεμνά και ταπεινά, όπως αρμόζει σε κάθε ήρωα και αγωνιστή που έπεσε από σφαίρα «πατριώτη». Το έχουμε σαν έθιμο. Όταν ήμουν μικρή και ζούσε και ο αδερφός μου, μας έπαιρνε η μητέρα μας και κατεβαίναμε στην Πατησίων, με τα πόδια, δε μέναμε και πολύ μακριά και καθώς κατηφορίζαμε την Αλεξάνδρας, κάθε φορά μας έλεγε την ίδια ιστορία, την ιστορία της 17 Νοέμβρη του 1973, όπως την έζησε η ίδια. Με τον αδερφό της, φοιτητή στο  Πάντειο Πανεπιστήμιο, να ξέρει ότι είναι μέσα στο Πολυτεχνείο την ώρα που μπήκε το τανκ. Και κάθε χρόνο εγώ με τον αδερφό μου… κι αργότερα μόνο εγώ…. έκανα τις ίδιες ακριβώς ερωτήσεις… και κάθε χρόνο έπαιρνα ακριβώς τις ίδιες απαντήσεις, αλλά πάντα περίμενα να τις ακούσω με την ίδια λαχτάρα. Μία από αυτές ήταν: Μαμά δε φοβόσουν για το θείο; Φοβόμουν πάρα πολύ, αλλά αν μπορούσα, θα ήμουν κι εγώ μαζί του. Και ήξερα πολύ καλά ότι το εννοούσε.
Δεν προέρχομαι από αριστερή οικογένεια, ούτε και από πολιτικοποιημένη οικογένεια. Απλά απεχθάνομαι τους χουντικούς και τους δεξιούς. Βαριέμαι αφόρητα πλέον να ανοίγω συζητήσεις με κάτι δήθεν μαγκίτες πανάσχετους, που παλεύουν με νύχια και με δόντια να με πείσουν ότι επί δικτατορίας έγιναν νοσοκομεία και ανοίχτηκαν δρόμοι στην Ελλάδα. Ότι και τώρα δικτατορία έχουμε, αλλά καμουφλαρισμένη. Ξεχνούν βέβαια πάντα επιμελώς το ότι δεν τολμούσαν να μιλήσουν, να γελάσουν, να βγουν με παρέα, να ζήσουν. Φέρνουν ως επιχείρημα και προσπαθούν πάντα να με πιάσουν απληροφόρητη στο γεγονός ότι μέσα στο Πολυτεχνείο οι φοιτητές κάπνιζαν τσιγαριλίκια και έκαναν σεξ.
Και;
Κατάφεραν να κάνουν κάτι; Κατάφεραν να ρίξουν το καθεστώς με όλο τον κόσμο στο πλευρό τους;  Είχαν το θάρρος να βγουν στους δρόμους και να απαιτήσουν για την χαμένη τους αξιοπρέπεια; Είχαν το σθένος να φωνάξουν ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ;
Σε κάθε μου επίσκεψη στο Πολυτεχνείο, δε μένω μόνο στο να αφήσω ένα γαρίφαλο και να φύγω, αλλά πηγαίνω και μέσα, στην αίθουσα όπου βρίσκονται οι μάνες όλων εκείνων που «δεν» σκοτώθηκαν επίτηδες, αλλά από βόλι που κατά λάθος βρέθηκε στο δρόμο τους. Μάνες αξιοπρεπείς, που δε θρηνούν θεατρινίστικα, αλλά απλά ως φόρο τιμής βρίσκονται εκεί, μιλάνε μεταξύ τους και με όσους θέλουν να τις πλησιάσει, υπάρχουν φωτογραφίες των παιδιών τους και άλλων, υπάρχουν αποκόμματα εφημερίδων με ντοκουμέντα και φωτογραφίες… και πάντα με την ίδια λαχτάρα τα διαβάζω και τα ξαναδιαβάζω. Είναι η ιστορία του τόπου μου… η σύγχρονη ιστορία, που μερικά ανεγκέφαλα βλαμμένα αλητάρια κάθε χρόνο προσπαθούν να ξεφτιλίσουν και να υποτιμήσουν … ή μήπως δεν είναι τα αλητάρια, αλλά κάποιοι αλήτες, με βολεμένες θέσεις στο κτίριο του Συντάγματος;
Δεν ήμουν ποτέ η επαναστάτρια, αλλά μερικές φορές έκανα κάτι ξεγυρισμένες εξεγέρσεις που με έκαναν να νιώθω περήφανη.
Στη Δευτέρα λυκείου, παιδί της χορωδίας από την πρώτη γυμνασίου, έτυχε να αρρωστήσει η καθηγήτρια της μουσικής. Αναλάβαμε τότε, εγώ και η κολλητή μου και της υποσχεθήκαμε ότι θα κάνουμε τη γιορτή και θα είναι όλα οργανωμένα κι έτοιμα στην ώρα τους. Ένα απόγευμα ήρθε η Λυκειάρχης να παρακολουθήσει την πρόβα μας κι όταν μας άκουσε να λέμε τον «Στρατιώτη» του Παπακωνσταντίνου, σηκώθηκε επάνω έξαλλη και απαίτησε να μην το τραγουδήσουμε καν, γιατί κάπου στο τέλος έλεγε ο στίχος ότι «το εμβατήριο που του ‘μαθαν να λέει είναι φασιστικό και του ‘ρχεται να  κλαίει». Δε μίλησε κανείς, τα έβαλε μαζί μου, επιπλήττοντάς με, κουνώντας αυστηρά το δάχτυλό της και φωνάζοντας να μην τολμήσουμε να το πούμε αυτό το τραγούδι. Ντράπηκα που χαμήλωσα τα μάτια και της είπα ένα ξεψυχισμένο μάλιστα, αλλά φούσκωσα από περηφάνια, όταν την ημέρα της γιορτής το τραγουδήσαμε σχεδόν κλαίγοντας από ευχαρίστηση και βροντοφωνάζοντας, μαζί με όλες τις τάξεις του Λυκείου που είχαν σηκωθεί όρθιες, τη λέξη φασιστικό κοιτάζοντάς την στα μάτια. Την είδα να αλλάζει όλα τα χρώματα του ουράνιου τόξου, να βγάζει καπνούς απ’ τ’ αυτιά της και με ένα εντελώς πιεσμένο χαμόγελο να σηκώνεται να μας χειροκροτήσει μαζί με τους υπόλοιπους καθηγητές, μερικοί από τους οποίους μου έκλεισαν το μάτι χαμογελώντας.

Έτσι ήταν πάντα… κι έτσι θα συνεχίσει να γίνεται… μπορεί για λίγο καιρό να χαίρεστε… αλλά, όπως λέει κι ο Μάνος
«… Δε θα περά… δε θα περάσει ο Φασισμός…»
 

Το σαββατοκύριακο του πόνου…

Παρασκευή απόγευμα, με το αυτοκίνητο γεμάτο με σακούλες από το σούπερ μάρκετ κι ένα σωρό ζαρζαβατικά από το γωνιακό με βιολογικά προϊόντα μανάβικο.Το αεράκι μας πήρε και μας σήκωσε… μπλούζες και μπουφάν… βρε λες εκεί να την άρπαξα;
Βραδάκι στο πάρτυ της φίλης μας στην Αργυρούπολη. Ο καπνός πάρα πολύς, αλλά στην αίθουσα δε θυμάμαι να υπήρχε κάτι ανοιχτό, παρ’ όλα αυτά ένα κρύωμα στη ραχοκοκαλιά το ένιωθα. Λες εκεί να με βρήκε το κακό;
Σάββατο πρωί, μόνη στο σπίτι, η μέρα του νοικοκυριού. Όλα τα παράθυρα ανοιχτά, να μπαινοβγαίνω στο μπαλκόνι, να τινάζω, να σκουπίζω, να σφουγγαρίζω, ο Δίεση να με συνοδεύει σε όλα αυτά με τα τραγούδια του… κι εγώ η ανέμελη νοικοκυρά να μην καταλαβαίνω τι συμβαίνει… Μάλλον εκεί έγινε το γεγονός.
Σάββατο βράδυ, ένας πόνος στην πλάτη, ερμηνεύτηκε ως κούραση από τις δουλειές της ημέρας και δε δόθηκε καμία σημασία στα σήματα που έδινε.
Κυριακή πρωί… βόλτα για καφέ στον Πειραιά, ζεστός καφές στο τραπεζάκι, περιοδικό μόδας εγώ, αθλητική εφημερίδα με τα τελευταία νέα του Ολυμπιακού και του επικείμενου αγώνα (που τον είχαμε απλά για ορεκτικό, τρομάρα μας) ο καλός μου, με την πλάτη να πονάει ακόμα, αλλά η λογική ερμηνεία της προηγούμενης μέρας, εξακολουθούσε να στέκει ως επιχείρημα και μια θάλασσα που φάνταζε ακόμα πιο όμορφη, καθώς τη χάζευα μέσα από τα μάτια του… Ο έρωτας με μάρανε!
Κυριακή απόγευμα. Καφέ με την παρέα στη Βαρυμπόμπη. Ο πόνος ανελέητος… κι εκεί στο τέλος ενός ανέκδοτου και πάνω στο αποκορύφωμα του γέλιου, μου κόπηκε η ανάσα. Εντελώς όμως…Έκτοτε σε κάθε αναπνοή ένα ηλεκτροσόκ με τσάκιζε.
Κυριακή βράδυ. Ο καλός μου, σε καθήκοντα νοσοκόμου (δεν είχα και τα κουράγια να κάνω τη φαντασίωσή μου πράξη ρε γαμώτο :P )  τρίβει την πονεμένη πλάτη μου με Vicks, προσπαθώντας να με πείσει να πάμε σε έναν γιατρό.

Διορία στο κρύωμα μέχρι Τρίτη απόγευμα: Εξαφανίσου από πάνω μου, γιατί θα σε πάω στο γιατρό, οκ;

  Η φωτογραφία αφιερωμένη στον Αντώνη, που γέλασε με την αδυναμία μου στον λαγό! 🙂

Τα Χρώματα του Έρωτα

Τι είναι ο Έρωτας;

Τα κύμματα που ταξιδεύουν στους ωκεανούς, με μόνιμη λαχτάρα το χάδι της  ακρογιαλιάς;

a.jpeg

Το κρυφτό που παίζουν τα σύννεφα με τον ήλιο, παίρνοντας λίγη από τη μαλαματένια ζεστασιά του; …

mauvesky.jpg

Το πρωινό φιλί της δροσοσταλίδας στα φύλλα των δέντρων;

trees1.jpg

Το χτυποκάρδι που κάνει το κορμί σου να ριγά στο πρώτο σας φιλί;

kiss.jpeg

«Βαθύ ποτάμι ο έρωτας
βαθύ κι αγριεμένο,
που μέσα του αγκαλιάζονται καρδιά, ψυχή και σώμα. 

Μα είναι φορές που γίνεται καμίνι πυρωμένο
και παίζει με τη δίψα μου
και το στεγνό μου σώμα
«.
Παντ. Θαλασσινός

 

Θα θελα να ήμουν..

Μετά από πρόσκληση (ποιου άλλου) του παιχνιδιάρη Αντώνη, έκατσα να σκεφτώ και να ομολογήσω, ποιο blog θα ήθελα να είχα, αν δεν είχα το δικό μου.

 
Time to play λοιπόν.

Πρέπει να πω ότι το blog μου δεν το αλλάζω με κανένα, είναι μοναδικό 😛 , αλλά τι να κάνω πρέπει να βρω!

Όλοι όσοι είναι στο blogroll μου κατέχουν ξεχωριστή θέση για εμένα, γι αυτό άλλωστε τους διαβάζω σχεδόν σε καθημερινή βάση. Θα διαλέξω όμως (με μεγάλη δυσκολία) τρεις, μόνο και μόνο για να μην αρχίσω να σας λέω για ποιο λόγο διαβάζω όλους αυτούς και μας πάρει το ξημέρωμα.

Θα ήθελα λοιπόν να έχω το blog της Αργυρένιας μας. Όταν έχει κέφια μας κάνει να πέφτουμε στα πατώματα από τα γέλια, όταν είναι σε ρομαντικές διαθέσεις μας ανεβάζει σε ένα ροζ σύννεφο και ταξιδεύουμε παρέα της, όταν έχει τις κλειστές της θα θέλαμε πάρα πολύ να κάνουμε κάτι για να την βοηθήσουμε, αλλά επειδή ξέρει ότι δεν μπορούμε μας βγάζει ακόμα και από τη δύσκολη θέση να της το πούμε… το ξέρει ήδη άλλωστε.

Θα ήθελα να έχω το blog της συναδέλφου και φιλενάδας Αύρας. «Γιατί είναι αύρα εσπερινή, πνοή καθάρια ζωντανή και
κάνει τα γερμένα φύλλα να θροϊζουν».
Γιατί νιώθω, κάθε φορά που την διαβάζω, ότι διαβάζω κομμάτια από εμένα, ότι διαβάζω κείμενά μου, ότι ακούω σκέψεις μου, ότι, όπως έχουμε πει μέσα από τις συζητήσεις μας είμαστε φιλενάδες… κι αυτό είναι κάτι.

 Για το τρίτο και τελευταίο (βάση των δικών μου κανόνων) έχω μπερδευτεί πολύ. Αλλάζω συνέχεια αποφάσεις, γιατί θέλω για όλους να γράψω. Έγραψα λοιπόν σε ένα χαρτάκι τα ονομάτα, έκλεισα τα μάτια κι άφησα το δάχτυλό μου να αποφασίσει για ποιον θα γράψω.

Θα ήθελα λοιπόν να έχω το blog της Φεγγαροαγκαλιασμένης. Μοιράζεται μαζί μας τις σκέψεις της, τα μέσα της, τις απορίες της, το χιούμορ της, τις ζωγραφιές της. Ανοιχτό βιβλίο… κι όποιος ανοίγεται σαν ανοιχτό βιβλίο, έλεγε ο παππούς μου, να μην τον φοβάσαι!!!

P.S. όποιος θέλει να μας πει ποιο Blog θα ήθελε να έχει αν δεν είχε το δικό του, είναι καλοδεχούμενος. 🙂