Μια χαζοχαρούμενη-soon to be-μάνα

 

Δε θα θελήσω να πλάσω τα όνειρά σου
παρά μόνο να σε οδηγήσω προς αυτά
που μόνος σου θα κάνεις…
κάποια φορά θα πέσεις
Μα εγώ θα είμαι εκεί για να σου δώσω το χέρι μου να σηκωθείς…
κι ένα χάδι… για να συνεχίσεις
Θα πληγωθείς και σίγουρα θα πληγώσεις
Θα κάνεις λάθη, ποιος δεν έκανε;
θα μάθεις από αυτά και θα γίνεσαι καλύτερος…
Θα κακιώσεις, αλλά εύχομαι να μην κρατήσεις ποτέ κακίες…
Εμένα μόνο άσε μου λίγο χώρο παραπίσω να σε βλέπω, να σε χαίρομαι
και να σε αγαπάω…

 

 

 

 

Advertisements

Οίνος ευφραίνει καρδίαν

Είχε πολύ καιρό να μείνει μόνη της στο σπίτι κι ακόμα περισσότερο να την πιάσουν εκείνες οι μαζοχιστικές καταθλιπτικές τάσεις, που μόνο εκείνη απολάμβανε.
Είχε επίσης μήνες να πιει και λίγο κρασάκι, πράγμα που ο γιατρός δεν της το είχε απαγορέψει, όχι τουλάχιστον εντελώς.
Έκανε ένα ζεστό μπάνιο, άνοιξε την μπαλκονόπορτα για να χαζεύει την καινούργια κόκκινη τριανταφυλλιά, που αγόρασε την Κυριακή, έβαλε να παίζει ο Αλκίνοος με τον Μάλαμα και τη Χαρούλα, από εκείνη τη βραδιά στο Λυκαβηττό, που συμμετείχε κι εκείνη τραγουδώντας, χορεύοντας, αναπολώντας, λησμονώντας, κλαίγοντας…
«Ζωή μου που είσαι άδεια, γέλα λίγο αν μ’ αγαπάς….». Ήταν άδεια τότε η ζωή της άραγε και το ένοιωθε τόσο έντονα το τραγούδι ή το είχε μεγαλοποιήσει; Όπως και να ‘χει πονούσε πολύ. Κοίταζε τον ουρανό και πάλευε να πιαστεί από κάποιο περαστικό σύννεφο, να ταξιδέψει μαζί του στο άπειρο, να περιπλανηθεί στο άγνωστο, απλά και μόνο για να χαθεί. Για να μην αντιμετωπίσει τις καταστάσεις που ήξερε ότι θα πονέσουν, δεν ήξερε ακόμα ποιον, αλλά ήξερε ότι θα ταρακουνούσε κόσμο.
Η πρώτη γουλιά από το κρασί έφερε στα χείλη της τη δροσιά φιλιών εφηβικών, αθώων και χαμογέλασε. Τότε που όλα φαίνονταν απλά στη ζωή, τότε που θεωρούσε ότι δεν υπήρχε κακία, μίσος, παρά μόνο καλοί άνθρωποι. Χαμογέλασε ξανά… γλυκόπικρα αυτή τη φορά.
Κατέβασε άλλη μια γουλιά κι η δροσιά της εφηβείας έγινε πίκρα των μεγάλων . Εκείνων που άλλα λένε κι άλλα κάνουν, εκείνων που σου χαμογελάνε αρκεί να πας με τα νερά τους, αλλιώς σε δαγκώνουν, επειδή εσύ ξέφυγες σε κάποιον παραπόταμο και δεν κολύμπησες στις θάλασσές τους…. 
 «Θα περπατήσω μοναχός κι αυτό το βράδυ….» ακούγεται η Χαρούλα να διαλαλεί και το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη. Μοναχός; Μπα, όχι. Εκείνη επέλεξε κι είναι ευτυχισμένη με την επιλογή της, ήρεμη και κατασταλαγμένη. Αγαπάει, χωρίς όρους, αγαπιέται όσο κανείς άλλος δεν την αγάπησε και πλέον έχει έναν μπόμπιρα να κολυμπάει μέσα της και κάθε μέρα να την κλωτσάει όλο και πιο πολύ. Ποτέ της δεν πίστευε ότι θα υπάρχει ένας άντρας που θα την κλωτσάει κι εκείνη θα χαζογελάει… κοίτα πώς τα φέρνει ο καιρός!!!
Στην τελευταία γουλιά, άνοιξε και η πόρτα. Μπήκε εκείνος χαμογελαστός.
«Δε σου έχω πει να μην ακούς τέτοια πράγματα; Μη μου βγάλεις τον γιο μου μαλάκα θα σε σκίσω κακομοίρα μου». Έκλεισε το cd και στη θέση της Χαρούλας ακούστηκε ο Γονίδης.
«Παναγιά μου… τρελό θα το βγάλουμε το βλαστάρι μας με τέτοιες μουσικές εναλλαγές», σκέφτηκε και χώθηκε στην αγκαλιά του!

 

Μια σφιχτή αγκαλιά

 

 

-Θέλω μια αγκαλιά
-Έλα εδώ
-Πιο σφιχτά
-Τι έχεις καρδιά μου;
-Δεν ξέρω, φοβάμαι
-Τι πράγμα;
-Μήπως κάτι δεν πάει καλά, τόση ευτυχία με φοβίζει
-Αφού είμαι εδώ εγώ!

 ….

-Μη με σφίγγεις τόσο πολύ μωρέ!!!

 

 

 

 

ναι ναι το ξέρω, δεν πάω καλά