έτσι για να έχουμε κάτι να λέμε…

Είπα να γράψω… αλλά τι;

Κάποτε, όταν είχα άπειρο ελεύθερο χρονο έγραφα, ανέλυα, χάζευα. Τώρα τα πάντα εν τάχει κι αυτά όποτε το θηρίο κοιμάται.

Προσπαθώ όταν είμαι μαζί του να περνάμε δημιουργικά τις ώρες μας. Αυτό σημαίνει να παίζουμε, να μαθαίνουμε πού είναι η μύτη και πού το στόμα, να κάνουμε παλαμάκια κι άλλα τέτοια. Δε θέλω να ανοίγω την τηλεόραση όταν είμαι μαζί του. Όχι ότι θα το αποφεύγω για καιρό ακόμα, αλλά όσο μπορώ θα το κάνω. Όταν κοιμάται και μπορώ όμως, ξαπλώνω στον καναπέ και χαζεύω εγώ.

Μαθητής σκοτώνει συμμαθητές του, συμμορίες ανηλίκων χτυπάνε και ληστεύουν μικρότερους ή και συνομίληκούς τους, πατέρες βιάζουν τα παιδιά τους, αρρωστημένοι παρακολουθούν και διακινούν παιδική πορνογραφία, μάνες παρατάνε τα πάντα για να πάνε να κάνουν τη ζωή τους, κλέβουν παιδάκια από το Allou fun park… τι γίνεται ρε γαμώτο;

Θυμάμαι όταν ήμουν πολύ μικρή ζούσα σε μία γειτονιά που είχε μια μικρή πλατεία. Μαζευόμασταν εκεί γύρω στα είκοσι παιδιά, όλων των ηλικιών και παίζαμε. Πάντα ένας μεγάλος είχε το νου του, αλλά δε νιώθαμε ότι υπήρχε κάποιος για αστυνόμευση. Είχαμε τις γνωστές οδηγίες: «δε θα πάρεις καραμέλα από άγνωστο» ή «δε θα μπεις σε ξένο αυτοκίνητο», αλλά μέχρι εκεί. Δεν τρέμαμε και τη σκιά μας.

Τώρα και μεγάλος που είσαι, δεν ξέρεις αν βγαίνοντας να πας στη δουλειά σου θα γυρίσεις σώος ή θα σε έχει βρει, έστω και από σπόντα η σφάιρα κάποιου που θα πάει να ληστέψει το ψιλικατζίδικο της γωνίας για να πάρει 100 ευρώ.

Όταν έβγαινα έξω, στην εφηβεία μου και πιο μεγάλη, θεωρούσα τη μητέρα μου υπερβολική που δεν κοιμόταν παρά μόνο όταν άκουγε το κλειδί μου να ανοίγει την πόρτα. Τώρα στη σκέψη και μόνο ότι το θηρίο μου θα έρθει η ώρα που θα βγει για καφέ μόνο του, τρελαίνομαι. Εύχομαι να μεγαλώσει και να έρθει εκείνη η ώρα, αλλά τρέμω στην ιδέα.

Κάποτε λέγανε να μεγάλωσουν ένα παιδί και να το κάνουν σωστό άνθρωπο και τότε εκείνο θα βρει το δρόμο του και θα είναι ικανό να κρίνει και να ξέρει πού πρέπει να «μπλέξει» και πού όχι. Τώρα δεν αρκεί κάτι τέτοιο, τώρα πρέπει να του φοράς αλεξίσφαιρα γιλέκα, τσίγγινα σωβρακάκια κι ένα τσιπάκι για να ξέρεις ανά πάσα στιγμή πού βρίσκεται… όχι για έλεγχο, αλλά για ασφάλεια.

Ακούγομαι υπερβολική, το ξέρω, αλλά τρέμω. Τρέμω στην ιδέα ότι μεγαλώνω ένα παιδί που είναι τώρα τόσο αθώο και που πρέπει να το κάνω ένα χρήσιμο μέλος της κοινωνίας κι όχι απόβρασμα. Πρέπει να τον κάνω έναν σωστό και ηθικό άνθρωπο, πρέπει να μην είμαι υπερβολική απέναντι στις επιθυμίες και τις ανάγκες του, πρέπει να κρατώ ισορροπίες στην επιφάνεια κι ας βράζω μέσα μου από φόβο.

Δεν ξέρω αν αυτό το παιδί που δημιούργησε όλο αυτό το μακελειό ήταν απόβρασμα ή ήταν ένα παραγκωνισμένο από τους γονείς και την κοινωνία παιδί. Δεν έχω καταφέρει να παρακολουθήσω λεπτομέρειες. Ξέρω όμως πως πλέον έχουν όλοι χαλαρώσει και αντιμετωπίζουν με ωχαδερφισμό τα πάντα. Οι γονείς που δουλεύουν και κουράζονται να ασχοληθούν με τα παιδιά τους, αφήνοντάς τα να σερφάρουν στο ίντερνετ, οι δάσκαλοι που απλά πηγαίνουν να κάνουν μία δουλειά κι όχι το λειτούργημά τους, η κοινωνία που είναι μονίμως μέσα στα νεύρα και με την πρώτη είναι όλοι τους έτοιμοι για καβγά και η αλυσιδα συνεχίζεται μέχρι να σπάσει ένας κρίκος με το θάνατο ενός και να δημιουργηθεί μία καινούργια και λοιπά και λοιπά….

Καλό Πάσχα σε όλους.our_thoughts_are_free_by_felixklee

Ωραία που ‘ναι η Κυριακή

escape__by_m0thyyku… μα να ‘ταν πιο μεγάλη…

Από την ημέρα που φέραμε το θηριάκι στο σπίτι, είναι ελάχιστες οι μέρες που θυμάμαι να είμαστε μόνοι μας. Μόνοι μας εννοώ, εγώ, ο καλός μου και το θηριάκι μας. όλο και κάποιος φίλος ή συγγενείς θα βρίσκεται… για γιαγιάδες και παππού δε συζητώ… μόνιμοι κάτοικοι πλέον.

Σάββατο βράδυ επικρατούσε πανικός από φωνές, κανακεύματα, γελάκια, φωνές… ένα ντεπόν στο τέσσερα παρακαλώ και περιποιημένο. Όταν πλέον πέσαμε να κοιμηθούμε το νευρικό μου σύστημα (το ποιο;), αποφάσισε να με εκδικηθεί και να μη με αφήσει να χαλαρώσω καθόλου.
«Έτσι είσαι κυρία μου, μου φώναζε μια φωνή από μέσα μου, τώρα θα σε τσακίσω εγώ για να δεις πώς είναι».
Μήπως είμαι η Ζαν ντ’ Αρκ, αναρωτιόμουν στο σκοτάδι…
«Δυο φωνές μου φωνάζουν, δυο φωνές με τρελαίνουν…» συνέχιζε κάποια άλλη φωνή γνωστής αοιδού… πού την θυμήθηκα τέτοια ώρα;;;;

Κάτι πρέπει να κάνω, σκέφτηκα αφ εαυτού μου και γύρισα πλευρό να ξαποστάσω….
…αμ δε ρώτησα τον ξενοδόχο στο δίπλα δωμάτιο, που έχασε την πιπίλα του και άρχισε τις φωνές… ΝΑ ΦΟΥΝΤΑΡΩ ΤΩΡΑ Ή ΑΦΟΥ ΔΩΣΩ ΤΗΝ ΠΙΠΙΛΑ;;;;

Κυριακή πρωί λοιπόν και αφού το θηρίο έφαγε τη φρουτόκρεμα μια ιδέα κατέβασε το άγρυπνο σκαρπέλο μου. Έκλεισα το σταθερό και τα κινητά μας τηλέφωνα, έντυσα το θηρίο και πήρα σε μια τσάντα τα απολύτως απαραίτητα… που ζύγιζαν τουλάχιστον 20 κιλά, ξύπνησα τον καλό μου και εξαφανιστήκαμε. Παραλία, Ζούμπερι, καφές, La Costa, θηρίο στο καρότσι, Κυριακάτικες εφημερίδες απλωμένες στο τραπεζάκι, κινητά των γύρω να χτυπάνε κι εμείς να κοιταζόμαστε και να χαμογελάμε πονηρά ο ένας στον άλλον.. τι δύσκολη που έχουμε κάνει μόνοι μας τη ζωή μας. Τι ωραία που είναι η ζωή χωρίς κινητό τηλέφωνο!

Μεσημεράκι πήγαμε σε μια ταβερνούλα για φαγητό… το θηρίο συμπαραστάστης στη συνομοσία δεν γκρίνιαζε, δε φώναζε παρά μόνο γελούσε ευχαριστημένος (βρε λες να καταλαβαίνει  το χαζουλάκι μου;!)

Στην επιστροφή αποφασίσαμε να μην εμφανιστούμε ακόμα. Μπήκαμε στο σπίτι μας, πήραμε το θηριάκι στο κρεβάτι μας, κάτι που το έχουμε κάνει ελάχιστες φορές και πέσαμε κι οι τρεις μας για έναν διώρο ύπνο, που κατέληξε με τα στριγκλίσματα χαράς του θηρίου. Τον είχαμε στη μέση και στιφογυρνούσε το κεφάλι του πότε δεξιά και πότε αριστερά,  με την ευτυχία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, τα ποδαράκια του να χτυπάνε το πάπλωμα και τις φωνές του να γεμίζουν το σπίτι…. αφού τον τσιμποφάγαμε για να τον κάνουμε να ξεκαρδίζεται, αποφασίσουμε να ανοίξουμε τα τηλέφωνά μας… 20 κλήσεις εγώ 21 ο καλός μου (με έφαγε)…