Επέτειος ξανά…

17 Νοέμβρη 2009. Μαμά πλέον και με το μυαλό μου ώριμο κατεβαίνοντας την Αλεξάνδρας για να πάω στη δουλειά, με το ραδιοφωνάκι μου να παίζει Μελωδία και το μυαλό μου στο τότε, όπως πάντα τέτοια μέρα. Έχω αλλάξει άραγε; Έχω βολευτεί στην οικογενειακή μου γαλήνη και ξέχασα τις προσωπικές μου επαναστάσεις; Ξέχασα τις αξίες με τις οποίες μεγάλωσα; Αν αύριο γυρίσει ο μικρός μου και με ρωτήσει για την ιστορία του Πολυτεχνείου θα είμαι σε θέση να του πω όσα η μητέρα μου κάθε χρόνο τέτοια μέρα μου εξιστορούσε ή θα προτιμήσω τη σιωπή, όπως πολλοί άλλοι για να μην ξεσηκώσω το παιδί μου;
Έφτασα στο ύψος της Ασκληπιού και οι απαντήσεις ήρθαν από μόνες τους. Ντροπή μου και μόνο που το σκέφτηκα. Και βέβαια θα του πω όλα όσα ξέρω και θα τον αφήσω ελεύθερο να πράξει ό,τι εκείνος νομίζει. Μακάρι να είμαι σε θέση να τον κάνω έναν χρήσιμο και σκεπτόμενο άνθρωπο και να πράττει πάντα το σωστό. Και αν μου πει ότι θέλει να πάει στην πορεία, όπως έκανε η μητέρα του παλιά, εύχομαι να είμαι σε θέση να τον πάρω από το χέρι και να πάμε μαζί… αν με βαστάν τα πόδια μου βέβαια.
Πεδίον του Άρεως, αριστερά μου το γραφείο μου και λίγο πιο κάτω το Πολυτεχνείο. Τι κι αν άργησα δέκα λεπτά στη δουλειά; Το κόκκινο γαρύφαλλο έκανε το χρέος του, χαλάρωσε την ψυχή μου και καθησύχασε κάθε κύτταρο της μάνας που ανησυχεί μέσα μου. Αρκεί να του εξιστορήσω τα γεγονότα ως έχουν κι αρκεί βέβαια μέχρι τότε να είμαι δίπλα του. Να ακούω τις δικές του ανησυχίες και να λύνω όσο μπορώ τις απορίες του.

…Ήταν στρατιώτες, καπεταναίοι και λαϊκοί,
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί, όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι, στρατιώτες, λαϊκοί.
Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει,
κάστρο φυλάει ερημικό, έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό…