Κάνει νύστα;


Όχι απλά νύστα, αλλά κοντεύω να καταντήσω σαν εκείνα τα cartoon που βλέπαμε μικροί και που είχαν την ικανότητα να βάζουν μανταλάκια στα μάτια τους για να μένουν ανοιχτά.

Μιλάμε για τρελά ξενύχτια. Ποτέ δεν ήταν φανατικός του ύπνου το αγγελάκι μου, αλλά έχει τώρα κάτι μέρες που από τις 10 και μετά σεληνιάζεται. Θέλει να παίξει με όλα του τα παιχνίδια, θέλει να παίζουμε κυνηγητό ό,τι του φανεί του Λωλοστεφανή!!!

Εχθές το βράδυ, κατά τις 12:30 δεν άντεξα άλλο και του φώναξα πολύ δυνατά και αυστηρά. Και να το δάκρυ κορόμηλο και να οι αγκαλιές και να με παρακαλάει: Μη μου πωνάτει (φωνάζει) μανούν(λ)α!!!

Τι το ‘θελα να το παίξω αυστηρή, εγώ έκλαψα περισσότερο απ’ το παιδί.

Πότε θα καταφέρω να γίνω σωστή μάνα;

Αποτέλεσμα; Τον πήρα να κοιμηθώ μαζί του, εκείνος στριφογύριζε όλη νύχτα και κάθε τόσο άνοιγε τα ματάκια του για να δει αν είμαι ακόμα εκεί και αναστέναζε ευτυχισμένος και κατά τις 6:30 το πρωί πλέον ξεράθηκε στον ύπνο κι εγώ σηκώθηκα να κάνω ένα μπάνιο (μπας και ξυπνήσω) και να φύγω για δουλειά.

Το χάσαμε το παιχνίδι πατριώτηηηηηη!!!!

αχ…

Ν’ απλώσω τα κουβαδάκια του στην άμμο
Nα του φορέσω το καπέλο του, άσπρο άσπρο μ΄ έναν πειρατή στο κέντρο του
Να χαϊδέψω το αντιηλικό στο απαλό του δερματάκι
Να χτίσουμε παλάτια που θα τα πάρει το κύμα
Να τραγουδήσουμε για τη βαρκούλα του ψαρά άπειρες φορές
Να χαζέψουμε μαζί τον ήλιο που θα πάει να κάνει νάνι στη θάλασσα
Και να φιλάω την αλμύρα απ’ το κορμάκι του συνέχειααααααα

Θέλω…

Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω
απ’ το βουνό ψηλά
στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω
απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά.

Να ναι χινοπωριάτικον απομεσήμερο, όντας
μετ’ άξαφνη νεροποντή
χυμάει μες απ’ τα σύνεφα θαμπωτικά γελώντας
ήλιος χωρίς μαντύ.

Να ταξιδεύουν στον αγέρα τα νησάκια, οι κάβοι,
τ’ ακρόγιαλα σα μεταξένιοι αχνοί
και με τους γλάρους συνοδιά κάποτ’ ένα καράβι
ν’ ανοίγουν να το παίρνουν οι ουρανοί.

Ξανανιωμένα απ’ το λουτρό να ροβολάνε κάτου
την κόκκινη πλαγιά χορευτικά
τα πεύκα, τα χρυσόπευκα, κι’ ανθός του μαλαμάτου
να στάζουν τα μαλλιά τους τα μυριστικά.

Κι’ αντάμα τους να σέρνουνε στο φωτεινό χορό τους
ως μέσα στο νερό
τα ερημικά χιονόσπιτα-κι’ αυτά μες στ’ όνειρό τους
να τραγουδάνε, αξύπνητα καιρό.

Έτσι να στέκω, θάλασσα, παντοτεινέ έρωτά μου
με μάτια να σε χαίρομαι θολά
και να ναι τα μελλούμενα στην άπλα σου μπροστά μου,
πίσω κι’ αλάργα βάσανα πολλά.

Ως να με πάρεις κάποτε, μαργιόλα συ,
στους κόρφους σου αψηλά τους ανθισμένους
και να με πας πολύ μακρυά απ’ τη μαύρη τούτη Κόλαση,
μακρυά πολύ κι’ από τους μαύρους κολασμένους …

Κώστας Βάρναλης

Εν μέσω κρίσης

– Πειράζει που εγώ είμαι χαρούμενη, ειδικά όταν είμαστε κι οι τρεις και παίζουμε;

– Γιατί να πειράζει;

– Να, επειδή κι οι δυο έχουμε προβλήματα με τις δουλειές μας και γενικά τα πράγματα γύρω μας πάνε από το κακό στο χειρότερο… εγώ όμως είμαι καλά μέσα μου και δεν μπορώ ν’ ακολουθήσω το κλίμα της μιζέριας που επικρατεί.

– Καλά κάνεις, εσύ να αγχώνεσαι μόνο για το ποια λέξη θα πει σήμερα το θηρίο μας, όλα τα’ άλλα άσε να τα σκέφτομαι εγώ….

………………………………………………………………………………………

– Πουτάνα, πουτάνα, πουτάνα……

– Πήγαινε τώρα να δώσεις ντομάτα στο γιο σου, γιατί θα μας ακούσει κανείς και θα νομίζει ότι τον βάζω να σε βρίζει.

Έτσι μας αρέσει να λέμε την ντομάτα εμείς, πειράζει;

Μαμά μου!

…Αγάπη μου… ήταν η απάντηση στην αυθόρμητη προσφώνηση του βλασταριού μου!

Περιττό βέβαια να τονίσω ότι ένα πακέτο πάνες για την ακράτεια δε στάθηκε αρκετό για να μαζέψω τα αμάζευτα που έτρεχαν, τόση χαρά και συγκίνηση η μάνα!!!

Κατά τα λοιπά, τρέχω και δε φτάνω… αλλά το φχαριστιέμαιιιιιιιιιιιι

Επέτειος ξανά…

17 Νοέμβρη 2009. Μαμά πλέον και με το μυαλό μου ώριμο κατεβαίνοντας την Αλεξάνδρας για να πάω στη δουλειά, με το ραδιοφωνάκι μου να παίζει Μελωδία και το μυαλό μου στο τότε, όπως πάντα τέτοια μέρα. Έχω αλλάξει άραγε; Έχω βολευτεί στην οικογενειακή μου γαλήνη και ξέχασα τις προσωπικές μου επαναστάσεις; Ξέχασα τις αξίες με τις οποίες μεγάλωσα; Αν αύριο γυρίσει ο μικρός μου και με ρωτήσει για την ιστορία του Πολυτεχνείου θα είμαι σε θέση να του πω όσα η μητέρα μου κάθε χρόνο τέτοια μέρα μου εξιστορούσε ή θα προτιμήσω τη σιωπή, όπως πολλοί άλλοι για να μην ξεσηκώσω το παιδί μου;
Έφτασα στο ύψος της Ασκληπιού και οι απαντήσεις ήρθαν από μόνες τους. Ντροπή μου και μόνο που το σκέφτηκα. Και βέβαια θα του πω όλα όσα ξέρω και θα τον αφήσω ελεύθερο να πράξει ό,τι εκείνος νομίζει. Μακάρι να είμαι σε θέση να τον κάνω έναν χρήσιμο και σκεπτόμενο άνθρωπο και να πράττει πάντα το σωστό. Και αν μου πει ότι θέλει να πάει στην πορεία, όπως έκανε η μητέρα του παλιά, εύχομαι να είμαι σε θέση να τον πάρω από το χέρι και να πάμε μαζί… αν με βαστάν τα πόδια μου βέβαια.
Πεδίον του Άρεως, αριστερά μου το γραφείο μου και λίγο πιο κάτω το Πολυτεχνείο. Τι κι αν άργησα δέκα λεπτά στη δουλειά; Το κόκκινο γαρύφαλλο έκανε το χρέος του, χαλάρωσε την ψυχή μου και καθησύχασε κάθε κύτταρο της μάνας που ανησυχεί μέσα μου. Αρκεί να του εξιστορήσω τα γεγονότα ως έχουν κι αρκεί βέβαια μέχρι τότε να είμαι δίπλα του. Να ακούω τις δικές του ανησυχίες και να λύνω όσο μπορώ τις απορίες του.

…Ήταν στρατιώτες, καπεταναίοι και λαϊκοί,
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί, όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι, στρατιώτες, λαϊκοί.
Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει,
κάστρο φυλάει ερημικό, έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό…